Δυσανεξία στη λακτόζη

 

Τα βρέφη των θηλαστικών τρέφονται με το μητρικό γάλα, το οποίο είναι πλούσια πηγή λακτόζης. Ωστόσο η λακτόζη δεν μπορεί να αξιοποιηθεί απευθείας από τον οργανισμό. Γι' αυτό το έντερο εκκρίνει το ένζυμο λακτάση, που διασπά το μόριο της λακτόζης στα δύο απλά σάκχαρα γαλακτόζη και γλυκόζη, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να απορροφηθούν από τον οργανισμό.

Επειδή το γάλα είναι σχεδόν αποκλειστική πηγή λακτόζης, τα περισσότερα θηλαστικά σταματούν να παράγουν το ένζυμο λακτάση όσο μεγαλώνουν και παύουν την κατανάλωση γάλακτος. Ειδικά όμως στους ανθρώπους, η συνεχιζόμενη κατανάλωση γάλακτος από βοοειδή και αιγοπρόβατα, καθώς και γαλακτοκομικών ειδών που παρασκευάζονται από αυτό, έχει συνήθως ως αποτέλεσμα να συνεχίζεται η παραγωγή λακτάσης από τον οργανισμό ακόμη και σε μεγάλη ηλικία, επιτρέποντας έτσι την διάσπαση της λακτόζης.
Είτε λόγω κληρονομικών παραγόντων είτε λόγω μακραίωνης απουσίας γαλακτοκομικών προϊόντων από τη διατροφή συγκεκριμένων πληθυσμών, είναι ενδεχόμενο σε πολλά άτομα να απουσιάζει το γονίδιο της λακτάσης. Υπολογίζεται ότι αυτό συμβαίνει περίπου στο 30% των Ευρωπαίων και σε πάνω από 70% του πληθυσμού της Ασίας, Αφρικής και Ωκεανίας. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται δυσανεξία στη λακτόζη, δηλαδή να μην μπορεί ο οργανισμός να πέψει το γάλα και να αφομοιώσει τη λακτόζη. Σε περίπτωση κατανάλωσης γάλακτος ή γαλακτοκομικών ειδών η δυσανεξία αυτή εκδηλώνεται με γαστρεντερικά συμπτώματα όπως κοιλιαλγίες, δυσφορία, πρήξιμο και έντονη δημιουργία αερίων.(πηγή Wikipedia)
Η ελεγχόμενη ένταξη του γάλακτος και των γαλακτοκομικών στην διατροφή του πάσχοντος μπορεί πολλές φορές να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημα.
 Μεγάλο ποσοστό ατόμων με δυσανεξία στη λακτόζη μπορούν να καταναλώσουν ένα ποτήρι γάλα, χωρίς καμία ενόχληση.
Οι πάσχοντες από δυσανεξία στη λακτόζη μπορούν, επίσης, να καταναλώσουν γάλα χωρίς λακτόζη, γάλα σόγιας ή να πάρουν δισκία λακτάσης.